Dienstag, 6. Dezember 2016

Εὐαγγέλιον Κατὰ Μᾶρκον, Κεφ. 3 - Markusevangelium 3


1 καὶ εἰσῆλθεν πάλιν εἰς συναγωγήν καὶ ἦν ἐκεῖ ἄνθρωπος ἐξηραμμένην ἔχων τὴν χεῖρα
1 Und (er) hineinkam wieder in Synagoge und (es) war dort (ein) Mensch, ausgetrocknet habend die Hand.

2 καὶ παρετήρουν αὐτὸν εἰ τοῖς σάββασιν θεραπεύσει αὐτόν, ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ
2 Und (sie) beobachteten ihn, ob (an) den Sabbaten (er) umsorgte ihn, auf-dass (sie) verklagen ihn.

3 καὶ λέγει τῷ ἀνθρώπῳ τῷ τὴν ξηρὰν χεῖρα ἔχοντι ἔγειρε εἰς τὸ μέσον
3 Und (er) sagt dem Menschen, der die trockene Hand habend (ist): Erwecke, in die Mitte!

4 καὶ λέγει αὐτοῖς ἔξεστιν τοῖς σάββασιν ἀγαθὸν ποιῆσαι ἢ κακοποιῆσαι ψυχὴν σῶσαι ἢ ἀποκτεῖναι οἱ δὲ ἐσιώπων
4 Und (er) sagt ihnen: (Ist es) befugt, (an) den Sabbaten Gutes (zu) machen oder Schlechtes-machen, (eine) Seele (zu) retten oder umzubringen? Die aber schwiegen.

5 καὶ περιβλεψάμενος αὐτοὺς μετ’ ὀργῆς συλλυπούμενος ἐπὶ τῇ πωρώσει τῆς καρδίας αὐτῶν λέγει τῷ ἀνθρώπῳ ἔκτεινον τὴν χεῖρα σου καὶ ἐξέτεινεν καὶ ἀπεκατεστάθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ
5 Und umhererblickt (habend) sie mit Zorn, mittrauernd über die Verkalkung des Herzens (von) ihnen, (er) sagt dem Menschen: Ausstrecke die Hand (von) Dir! Und (er) ausstreckte und wiederhergestellt (wurde) die Hand (von) ihm.

6 καὶ ἐξελθόντες οἱ Φαρισαῖοι εὐθὺς μετὰ τῶν Ἡρῳδιανῶν συμβούλιον ἐδίδουν κατ’ αὐτοῦ ὅπως αὐτὸν ἀπολέσωσιν
6 Und hinausgekommen die Pharisäer sogleich mit den Hērōdiānī einen Ratsbeschluss gaben gegen ihn, wie (sie) ihn vernichten.



7 καὶ ὁ Ἰησοῦς μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ ἀνεχώρησεν πρὸς τὴν θάλασσαν, καὶ πολὺ πλῆθος ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἠκολούθησεν καὶ ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας
7 Und der Jesus mit den Schülern (von) ihm räumlich-(entwich) zu dem Meer, und viel Voll(zahl) von dem Galiläa folgte, und von dem Judäa

8 καὶ ἀπὸ Ἱεροσολύμων καὶ ἀπὸ τῆς Ἰδουμαίας καὶ πέραν τοῦ Ἰορδάνου καὶ περὶ Τύρον καὶ Σιδῶνα πλῆθος πολὺ ἀκούοντες ὅσα ἐποίει ἦλθον πρὸς αὐτόν
8 und von Jerusalem und von dem Idumäa und jenseits des Jordans und um Tyrus und Sidon, viel<->Voll(zahl), hörend, soviel (er) machte, (sie) kamen zu ihm.

9 καὶ εἶπεν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἵνα πλοιάριον προσκαρτερῇ αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον ἵνα μὴ θλίβωσιν αὐτόν
9 Und (er) sagte den Schülern (von) ihm, auf-dass (ein) Bötchen unterstütze ihn wegen der Menge, auf-dass nicht (sie) erdrücken ihn -

10 πολλοὺς γὰρ ἐθεράπευσεν ὥστε ἐπιπίπτειν αὐτῷ ἵνα αὐτοῦ ἅψωνται ὅσοι εἶχον μάστιγας
10 viele nämlich (er) umsorgte, so-dass (sie) herfielen (über) ihn, auf-dass (sie) ihn berührten, so-viele (auch) hatten Geißelungen.

11 καὶ τὰ πνεύματα τὰ ἀκάθαρτα ὅταν αὐτὸν ἐθεώρουν προσέπιπτον αὐτῷ καὶ ἔκραζον λέγοντες ὅτι σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ
11 Und die Geister, die unreinen, sobald (sie) ihn beobachteten, niederfielen (vor) ihm und kreischten, sagend dass: Du bist der Sohn des Gottes.

12 καὶ πολλὰ ἐπετίμα αὐτοῖς ἵνα μὴ αὐτὸν φανερὸν ποιήσωσιν
12 Und viel Ehre-gebietend(-verwarnte er) sie, auf-dass nicht ihn (sie) offenbar machen.



13 καὶ ἀναβαίνει εἰς τὸ ὄρος καὶ προσκαλεῖται οὓς ἤθελεν αὐτός καὶ ἀπῆλθον πρὸς αὐτόν
13 Und (er) aufsteigt in den Berg und hinzuruft, welche (er) wollte selbst, und (sie) wegkamen zu ihm.

14 καὶ ἐποίησεν δώδεκα ἵνα ὦσιν μετ’ αὐτοῦ καὶ ἵνα ἀποστέλλῃ αὐτοὺς κηρύσσειν
14 Und (er) machte Zwölf, auf-dass (sie) seien mit ihm und auf-dass (er) abordne sie, (zu) verkünden

15 καὶ ἔχειν ἐξουσίαν ἐκβάλλειν τὰ δαιμόνια
15 und (zu) haben Befugnis, rauszuwerfen die Dämonen.

16 καὶ ἐποίησεν τοὺς δώδεκα καὶ ἐπέθηκεν ὄνομα τῷ Σίμωνι Πέτρον
16 Und (er) machte die Zwölf und auferlegte (einen) Namen dem Simon: Petrus

17 καὶ Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν τοῦ Ἰακώβου καὶ ἐπέθηκεν αὐτοῖς ὀνόματα Βοανηργές ὅ ἐστιν υἱοὶ βροντῆς
17 und Jakobus, den des Zebedäus, und Johannes, den Bruder des Jakobus, und auferlegte ihnen (die) Namen Boanerges, das ist: Söhne Donners,

18 καὶ Ἀνδρέαν καὶ Φίλιππον καὶ Βαρθολομαῖον καὶ Μαθθαῖον καὶ Θωμᾶν καὶ Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ἁλφαίου καὶ Θαδδαῖον καὶ Σίμωνα τὸν Καναναῖον
18 und Andreas und Philippus und Bar-Tholomäus und Matthäus und Thomas und Jakobus, den des Alphäus, und Thaddäus und Simon den Kananäer

19 καὶ Ἰούδαν Ἰσκαριώθ ὃς καὶ παρέδωκεν αὐτόν
19 und Judas Iskarioth, der auch übergab ihn.



20 καὶ ἔρχεται εἰς οἶκον καὶ συνέρχεται πάλιν ὁ ὄχλος ὥστε μὴ δύνασθαι αὐτοὺς μηδὲ ἄρτον φαγεῖν
20 Und (er) kommt in (ein) Haus und zusammenkommt wieder die Menge, so-dass nicht sie vermögend (sind), nicht-mal Brot (zu) speisen.

21 καὶ ἀκούσαντες οἱ παρ’ αὐτοῦ ἐξῆλθον κρατῆσαι αὐτόν ἔλεγον γὰρ ὅτι ἐξέστη
21 Und gehört (habend), die von ihm, (sie) rauskamen, festzuhalten ihn. (Sie) sagten nämlich dass: Außer(-sich-)seiend (ist er).

22 καὶ οἱ γραμματεῖς οἱ ἀπὸ Ἱεροσολύμων καταβάντες ἔλεγον ὅτι Βεελζεβοὺλ ἔχει καὶ ὅτι ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια
22 Und die Schriftgelehrten, die von Jerusalem hinabgestiegen (waren), sagten dass: Beelzebul hat (er), und dass: In dem Archonten der Dämonen rauswirft (er) die Dämonen.


23 καὶ προσκαλεσάμενος αὐτοὺς ἐν παραβολαῖς ἔλεγεν αὐτοῖς πῶς δύναται σατανᾶς σατανᾶν ἐκβάλλειν
23 Und hinzugerufen (habend) sie, in Parabeln (er) sagte ihnen: Wie vermag Satan Satan rauszuwerfen?

24 καὶ ἐὰν βασιλεία ἐφ’ ἑαυτὴν μερισθῇ οὐ δύναται σταθῆναι ἡ βασιλεία ἐκείνη
24 Und falls (ein) Königsreich gegen sich-selbst geteilt (ist), nicht vermag (zu) stehen das Königreich, jenes.

25 καὶ ἐὰν οἰκία ἐφ’ ἑαυτὴν μερισθῇ οὐ δυνήσεται ἡ οἰκία ἐκείνη σταθῆναι
25 Und falls (ein) Haus gegen sich-selbst geteilt (ist), nicht vermag das Haus, jenes, (zu) stehen.

26 καὶ εἰ ὁ σατανᾶς ἀνέστη ἐφ’ ἑαυτὸν καὶ ἐμερίσθη οὐ δύναται στῆναι ἀλλὰ τέλος ἔχει
26 Und wenn der Satan aufgestanden (ist) gegen sich-selbst und geteilt (ist), nicht vermag (er zu) stehen, jedoch (ein) Ende hat (er).

27 ἀλλ’ οὐ δύναται οὐδεὶς εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἰσχυροῦ εἰσελθὼν τὰ σκεύη αὐτοῦ διαρπάσαι ἐὰν μὴ πρῶτον τὸν ἰσχυρὸν δήσῃ καὶ τότε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ διαρπάσει
27 Jedoch nicht vermag, niemand, in das Haus des Starken hineingekommen, die Gefäße (von) ihm (zu) rauben, falls nicht zuerst den Starken (er) bindet, und dann das Haus (von) ihm (er) ausrauben (wird).

28 ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πάντα ἀφεθήσεται τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων τὰ ἁμαρτήματα καὶ αἱ βλασφημίαι ὅσα ἐὰν βλασφημήσωσιν
28 Amen, (ich) sage euch dass: Alles (wird) erlassen den Söhnen der Menschen, die Verfehlungen und die Lästerungen, so-viel falls (sie) lästerten.

29 ὃς δ’ ἂν βλασφημήσῃ εἰς τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον οὐκ ἔχει ἄφεσιν εἰς τὸν αἰῶνα ἀλλ’ ἔνοχός ἐστιν αἰωνίου ἁμαρτήματος
29 Wer aber auch lästert in dem Geist, dem heiligen, nicht hat Erlass in dem Zeitalter, jedoch inne-habend (er) ist (von) ewiger Verfehlung.

30 ὅτι ἔλεγον πνεῦμα ἀκάθαρτον ἔχει
30 Da (sie) sagten: (Einen) unreinen<->Geist (er) hat.

31 καὶ ἔρχεται ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ καὶ ἔξω στήκοντες ἀπέστειλαν πρὸς αὐτὸν καλοῦντες αὐτόν
31 Und kommt die Mutter (von) ihm und die Brüder (von) ihm, und außerhalb stehend, (sie) abordnen zu ihm, rufend ihn.

32 καὶ ἐκάθητο περὶ αὐτὸν ὄχλος καὶ λέγουσιν αὐτῷ ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἔξω ζητοῦσίν σε
32 Und (es) saß um ihn (eine) Menge, und (sie) sagten ihm: Siehe, die Mutter (von) Dir und die Brüder (von) Dir außerhalb (sie) suchen dich.

33 καὶ ἀποκριθεὶς αὐτοῖς λέγει τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου
33 Und bescheidend sie, (er) sagt: Wer ist die Mutter (von) mir oder die Brüder (von) mir?

34 καὶ περιβλεψάμενος τοὺς περὶ αὐτὸν κύκλῳ καθημένους λέγει ἴδε ἡ μήτηρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου
34 Und umhererblickt (habend) die um ihn (im) Kreis sitzend (waren), (er) sagt: Sieh, die Mutter (von) mir und die Brüder (von) mir!

35 ὃς γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ θεοῦ οὗτος ἀδελφός μου καὶ ἀδελφὴ καὶ μήτηρ ἐστίν
35 Wer nämlich auch macht den Willen des Gottes, dieser Bruder (von) mir und Schwester und Mutter ist.



Einführung - Kapitel  1 - 2 - 3 - 4 - 5 - 6 - 7 - 8 - 9 - 10 - 11 - 12 - 13 - 14 - 15 - 16

Keine Kommentare:

Kommentar veröffentlichen