Freitag, 9. Dezember 2016

Εὐαγγέλιον Κατὰ Μᾶρκον, Κεφ. 14 - Markusevangelium 14


1 ἦν δὲ τὸ πάσχα καὶ τὰ ἄζυμα μετὰ δύο ἡμέρας καὶ ἐζήτουν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς πῶς αὐτὸν ἐν δόλῳ κρατήσαντες ἀποκτείνωσιν
1 (Es) war aber das Pascha und die ungesäuerten (Brote) nach zwei Tagen. Und (es) suchten die Tempelvorsteher und die Schriftgelehrten, wie ihn, in Arglist festhaltend, (sie) umbringen (könnten).

2 ἔλεγον γάρ μὴ ἐν τῇ ἑορτῇ μήποτε ἔσται θόρυβος τοῦ λαοῦ
2 (Sie) sagten nämlich: Nicht bei dem Fest, nicht-dass (wird) sein (ein) Aufruhr des (Gottes-)Volkes!


3 καὶ ὄντος αὐτοῦ ἐν Βηθανίᾳ ἐν τῇ οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ κατακειμένου αὐτοῦ ἦλθεν γυνὴ ἔχουσα ἀλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτελοῦς συντρίψασα τὴν ἀλάβαστρον κατέχεεν αὐτοῦ τῆς κεφαλῆς
3 Und (als) seiend er (war) in Beth-Ania, in dem Haus Simons des Aussätzigen, niederliegend er, kam (eine) Frau, habend (ein) Alabastron (mit) Parfum vertrauensvoller<->Narde, viel-wert. Zerberstet (habend) das Alabastron, (sie) niedergoss (es) ihm des Kopfes.

4 ἦσαν δέ τινες ἀγανακτοῦντες πρὸς ἑαυτούς εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη τοῦ μύρου γέγονεν
4 (Es) waren aber einige, gereizt(-werdend) zu sich-selbst: Zu was die Vernichtung, diese, des Parfums, geworden (ist)?

5 ἠδύνατο γὰρ τοῦτο τὸ μύρον πραθῆναι ἐπάνω δηναρίων τριακοσίων καὶ δοθῆναι τοῖς πτωχοῖς καὶ ἐνεβριμῶντο αὐτῇ 
5 Vermocht (hätte man) nämlich, dieses, das Parfum, (zu) exportieren oberhalb (von) dreihundert<->Denaren, und (zu) geben den Armen. Und (sie) anschnaubten sie.

6 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν ἄφετε αὐτήν τί αὐτῇ κόπους παρέχετε καλὸν ἔργον ἠργάσατο ἐν ἐμοί 
6 Der aber, Jesus, sagte: Lasst sie! Warum (lasst ihr) sie Beschwernis haben? (Ein) feines Werk (hat sie) gewirkt in mir.

7 πάντοτε γὰρ τοὺς πτωχοὺς ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν καὶ ὅταν θέλητε δύνασθε αὐτοῖς εὖ ποιῆσαι ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε
7 Allezeit, nämlich, die Armen habt (ihr) mit euch-selbst, und sobald (ihr es) wollt, vermögt (ihr) ihnen (es) wohl (zu) machen. Mich aber nicht allezeit (ihr) habt.

8 ὃ ἔσχεν ἐποίησεν προέλαβεν μυρίσαι τὸ σῶμά μου εἰς τὸν ἐνταφιασμόν
8 Was (sie) hatte, (hat) sie gemacht. (Sie hat) vorweggenommen, (zu) parfümieren den Körper (von) mir zu der Bestattung.

9 ἀμὴν δὲ λέγω ὑμῖν ὅπου ἐὰν κηρυχθῇ τὸ εὐαγγέλιον εἰς ὅλον τὸν κόσμον καὶ ὃ ἐποίησεν αὕτη λαληθήσεται εἰς μνημόσυνον αὐτῆς
9 Amen, aber (ich) sage euch: Wo, wenn verkündet (wird) das Evangelium in ganz der Welt, auch was gemacht (hat) sie, (wird) geredet (werden) zur Erinnerung (an) sie.


10 καὶ Ἰούδας Ἰσκαριὼθ ὁ εἷς τῶν δώδεκα ἀπῆλθεν πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς ἵνα αὐτὸν παραδοῖ αὐτοῖς
10 Und Judas Iskarioth, der eine der Zwölf, wegkam zu den Tempelvorstehern, auf-dass ihn (er) übergebe ihnen.

11 οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐχάρησαν καὶ ἐπηγγείλαντο αὐτῷ ἀργύριον δοῦναι καὶ ἐζήτει πῶς αὐτὸν εὐκαίρως παραδοῖ 
11 Die aber, gehört (habend), erfreut (wurden) und anboten ihm, Silbergeld (zu) geben. Und (er) suchte, wie ihn (bei einem) Wohl-Zeitpunkt (er) übergebe.



12 καὶ τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ τῶν ἀζύμων ὅτε τὸ πάσχα ἔθυον λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ποῦ θέλεις ἀπελθόντες ἑτοιμάσωμεν ἵνα φάγῃς τὸ πάσχα
12 Und (an) dem ersten Tag der ungesäuerten (Brote), als das Pascha (sie) opferten, sagen ihm die Schüler (von) ihm: Wo willst (du), (wir) weggekommen (seiend), (sollen) bereiten, auf-dass (du) speist das Pascha?

13 καὶ ἀποστέλλει δύο τῶν μαθητῶν αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτοῖς ὑπάγετε εἰς τὴν πόλιν καὶ ἀπαντήσει ὑμῖν ἄνθρωπος κεράμιον ὕδατος βαστάζων ἀκολουθήσατε αὐτῷ 
13 Und (er) abordnete zwei der Schüler (von) ihm und sagt ihnen: Hinführt in die Stadt, und gegenüber(-treten wird) euch (ein) Mensch, (ein) Tongefäß (mit) Wasser tragend. Folgt ihm!

14 καὶ ὅπου ἐὰν εἰσέλθῃ εἴπατε τῷ οἰκοδεσπότῃ ὅτι ὁ διδάσκαλος λέγει ποῦ ἐστιν τὸ κατάλυμά μου ὅπου τὸ πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν μου φάγω
14 Und wo, wenn (er) hineinkommt, sagt dem Hausgebieter dass: Der Lehrer sagt: Wo ist die Absteige (von) mir, wo das Pascha mit den Schülern (von) mir (ich) speisen (kann)?

15 καὶ αὐτὸς ὑμῖν δείξει ἀνάγαιον μέγα ἐστρωμένον ἕτοιμον καὶ ἐκεῖ ἑτοιμάσατε ἡμῖν
15 Und er (wird) euch zeigen (ein) hinaufführendes, großes (Gemach), gebettet (worden), bereit. Dort bereitet uns!

16 καὶ ἐξῆλθον οἱ μαθηταὶ καὶ ἦλθον εἰς τὴν πόλιν καὶ εὗρον καθὼς εἶπεν αὐτοῖς καὶ ἡτοίμασαν τὸ πάσχα
16 Und herauskamen die Schüler und kamen in die Stadt und fanden (es), so-wie (er) gesagt (hatte) ihnen, und (sie) bereiteten das Pascha.


17 καὶ ὀψίας γενομένης ἔρχεται μετὰ τῶν δώδεκα
17 Und (als) Abend geworden (war), (er) kommt mit den Zwölf.

18 καὶ ἀνακειμένων αὐτῶν καὶ ἐσθιόντων ὁ Ἰησοῦς εἶπεν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με ὁ ἐσθίων μετ’ ἐμοῦ 
18 Und (als zum-Mahl-)liegend sie (waren) und essend, der Jesus sagte: Amen, (ich) sage euch dass: einer von euch (wird) übergeben mich, der Essende mit mir.

19 ἤρξαντο λυπεῖσθαι καὶ λέγειν αὐτῷ εἷς κατὰ εἷς μήτι ἐγώ 
19 (Sie) anfingen, traurig(-zu sein) und (zu) sagen ihm, einer nach einem: Nicht-etwa ICH?

20 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς εἷς τῶν δώδεκα ὁ ἐμβαπτόμενος μετ’ ἐμοῦ εἰς τὸ τρύβλιον
20 Der aber sagte ihnen: Einer der Zwölf, der Eintaufende mit mir in die Schüssel.

21 ὅτι ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑπάγει καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ οὐαὶ δὲ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι’ οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται καλὸν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος
21 Dass: Tätsächlich<->der Sohn des Menschen hinführt, so-wie geschrieben (ist) wegen ihm. Weh aber dem Menschen, jenem, durch den der Sohn des Menschen übergeben (wird). Fein (wäre) ihm, wenn nicht geworden (wäre) der Mensch, jener.


22 καὶ ἐσθιόντων αὐτῶν λαβὼν ἄρτον εὐλογήσας ἔκλασεν καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς καὶ εἶπεν λάβετε τοῦτό ἐστιν τὸ σῶμά μου
22 Und (als sie) essend (waren), (er) genommen (habend) Brot, wohl-gelobt (habend), (er) brockte und gab ihnen und sagte: Nehmt, dies ist der Körper (von) mir.

23 καὶ λαβὼν ποτήριον εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς καὶ ἔπιον ἐξ αὐτοῦ πάντες
23 Und genommen (habend den) Trinkbecher, wohl-gedankt (habend), (er) gab ihnen und (sie) tranken aus ihm alle.

24 καὶ εἶπεν αὐτοῖς τοῦτό ἐστιν τὸ αἷμά μου τῆς διαθήκης τὸ ἐκχυννόμενον ὑπὲρ πολλῶν
24 Und (er) sagte ihnen: Dies ist das Blut (von) mir des Bundes, das ausgegossen (seiend ist) für viele.

25 ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐκέτι οὐ μὴ πίω ἐκ τοῦ γενήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὅταν αὐτὸ πίνω καινὸν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ θεοῦ 
25 Amen, (ich) sage euch dass: Nicht-mehr, nicht, keinesfalls (werde ich) trinken aus dem Gewordenen des Weinbergs bis (zu) dem Tag, jenem, sobald es (ich) trinke neu in dem Königreich des Gottes.



26 καὶ ὑμνήσαντες ἐξῆλθον εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν
26 Und Hymne-gesungen (habend), herauskamen (sie) in den Berg der Ölbäume.

27 καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ὅτι πάντες σκανδαλισθήσεσθε ὅτι γέγραπται πατάξω τὸν ποιμένα καὶ τὰ πρόβατα διασκορπισθήσονται
27 Und (es) sagt ihnen der Jesus dass: Alle Anstoß(-nehmen werdet ihr), da geschrieben (ist): Zerschmettern (werde ich) den Hirten und die Schafe (werden) zerstreut (werden).

28 ἀλλὰ μετὰ τὸ ἐγερθῆναί με προάξω ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν
28 Jedoch nach dem Erwecktwerden (von) mir, (werde ich) voranführen euch in das Galiläa.

29 ὁ δὲ Πέτρος ἔφη αὐτῷ εἰ καὶ πάντες σκανδαλισθήσονται ἀλλ’ οὐκ ἐγώ 
29 Der aber, Petrus, erklärte ihm: Wenn auch alle Anstoß-(nehmen werden), jedoch nicht ICH.

30 καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ἀμὴν λέγω σοι ὅτι σὺ σήμερον ταύτῃ τῇ νυκτὶ πρὶν ἢ δὶς ἀλέκτορα φωνῆσαι τρίς με ἀπαρνήσῃ 
30 Und (es) sagt ihm der Jesus: Amen, (ich) sage dir dass: Du, heute, (in) dieser der Nacht, bevor noch zweimal (ein) Hahn anstimmt, dreimal mich (wirst du) verleugnen.

31 ὁ δὲ ἐκπερισσῶς ἐλάλει ἐὰν δέῃ με συναποθανεῖν σοι οὐ μή σε ἀπαρνήσομαι ὡσαύτως δὲ καὶ πάντες ἔλεγον
31 Der aber übermäßigst redete: Falls (es) bindend (sein sollte) mir, gemeinsam-zu-Tode-(zukommen mit) dir, nicht, keinesfalls dich (werde ich) verleugnen. Ebenso aber auch alle sagten.



32 καὶ ἔρχονται εἰς χωρίον οὗ τὸ ὄνομα Γεθσημανὶ καὶ λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καθίσατε ὧδε ἕως προσεύξωμαι
32 Und (sie) kommen in (ein) Gebietlein, (von) dem der Name Geth-Semani (ist), und (er) sagt den Schülern (von) ihm: Setzt (euch) hier, bis (ich) gebetet (habe)!

33 καὶ παραλαμβάνει τὸν Πέτρον καὶ  Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην μετ’ αὐτοῦ καὶ ἤρξατο ἐκθαμβεῖσθαι καὶ ἀδημονεῖν
33 Und (er) mitnimmt den Petrus und Jakobus und Johannes mit sich und anfing, (zu) erstaunen und unheimisch (zu sein).

34 καὶ λέγει αὐτοῖς περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου μείνατε ὧδε καὶ γρηγορεῖτε
34 Und (er) sagt ihnen: Tieftraurig ist die Seele (von) mir bis (zum) Tod. Ausharrt hier und (seid) achtsam!

35 καὶ προελθὼν μικρὸν ἔπιπτεν ἐπὶ τῆς γῆς καὶ προσηύχετο ἵνα εἰ δυνατόν ἐστιν παρέλθῃ ἀπ’ αὐτοῦ ἡ ὥρα
35 Und vorgekommen kleines (Stück), fiel (er) auf die Erde und betete, auf-dass, wenn möglich (es) ist, verkomme an ihm die Stunde.

36 καὶ ἔλεγεν αββα ὁ πατήρ, πάντα δυνατά σοι παρένεγκε τὸ ποτήριον τοῦτο ἀπ’ ἐμοῦ ἀλλ’ οὐ τί ἐγὼ θέλω ἀλλὰ τί σύ 
36 Und (er) sagte: Abba, der Vater, alles möglich (ist) dir. Wegbringe den Trinkbecher, diesen, von mir! Jedoch nicht, was ICH will, jedoch was du.

37 καὶ ἔρχεται καὶ εὑρίσκει αὐτοὺς καθεύδοντας καὶ λέγει τῷ Πέτρῳ Σίμων καθεύδεις οὐκ ἴσχυσας μίαν ὥραν γρηγορῆσαι
37 Und (er) kommt und findet sie schlafend und sagt dem Petrus: Simon, schläfst (du)? Nicht stark-(warst Du), eine Stunde achtsam-(zu sein)?

38 γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε ἵνα μὴ ἔλθητε εἰς πειρασμόν τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής
38 (Seid)-achtsam und betet, auf-dass nicht (ihr) kommt ins Getestetwerden! Tatsächlich<->der Geist (ist-)voranbegehrend, aber<->das Fleisch schwach.

39 καὶ πάλιν ἀπελθὼν προσηύξατο τὸν αὐτὸν λόγον εἰπών
39 Und wieder weggekommen, (er) betete, das selbe Wort sagend.

40 καὶ πάλιν ἐλθὼν εὗρεν αὐτοὺς καθεύδοντας ἦσαν γὰρ αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοὶ καταβαρυνόμενοι καὶ οὐκ ᾔδεισαν τί ἀποκριθῶσιν αὐτῷ 
40 Und wieder gekommen, (er) fand sie schlafend. (Es) waren nämlich (von) ihnen die Augen belastet und nicht ersahen (sie), was (sie) bescheiden (sollten) ihm.

41 καὶ ἔρχεται τὸ τρίτον καὶ λέγει αὐτοῖς καθεύδετε τὸ λοιπὸν καὶ ἀναπαύεσθε ἀπέχει ἦλθεν ἡ ὥρα ἰδοὺ παραδίδοται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἁμαρτωλῶν
41 Und (er) kommt das dritte (Mal) und sagt ihnen: (Ihr) schlaft das Übrige und ausruht??? Weghat (es sich)! Gekommen (ist) die Stunde. Siehe, übergeben (wird) der Sohn des Menschen in die Hände der Verfehlenden.

42 ἐγείρεσθε ἄγωμεν ἰδοὺ ὁ παραδιδούς με ἤγγικεν
42 Geweckt (werdet), (lasst uns) führen! Siehe, der Übergebende mich (hat sich) genähert.



43 καὶ εὐθὺς ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος παραγίνεται Ἰούδας εἷς τῶν δώδεκα καὶ μετ’ αὐτοῦ ὄχλος μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων παρὰ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν γραμματέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων
43 Und sogleich, noch (als) er redete, herbei-wurde Judas, einer der Zwölf, und mit ihm (eine) Menge mit Schwertern und Holz(-Knüppeln) von den Tempelvorstehern und den Schriftgelehrten und den Ältesten.

44 δεδώκει δὲ ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν σύσσημον αὐτοῖς λέγων ὃν ἂν φιλήσω αὐτός ἐστιν κρατήσατε αὐτὸν καὶ ἀπάγετε ἀσφαλῶς
44 Gegeben (hatte) aber der ihn<->Übergebende (ein) gemeinsames-Zeichen ihnen, sagend: Wen auch (ich) liebkosen (werde), der ist. Festhaltet ihn und wegführt (ihn) sicher!

45 καὶ ἐλθὼν εὐθὺς προσελθὼν αὐτῷ λέγει ῥαββί καὶ κατεφίλησεν αὐτόν
45 Und gekommen, sogleich hinzugekommen (zu) ihm, (er) sagt: Rabbi! - und liebkoste ihn.

46 οἱ δὲ ἐπέβαλον τὰς χεῖρας αὐτῷ καὶ ἐκράτησαν αὐτόν
46 Die aber überwarfen die Hände ihm und festhielten ihn.

47 εἷς δέ τις τῶν παρεστηκότων σπασάμενος τὴν μάχαιραν ἔπαισεν τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὸ ὠτάριον
47 Einer aber, jemand, der Dabeistehenden, gezerrt (habend) das Schwert, stieß den Sklaven des Tempelvorstehers und beseitigte (von) ihm das Öhrchen.

48 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξήλθατε μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων συλλαβεῖν με
48 Und bescheidend, der Jesus sagte ihnen: Wie gegen (einen) Banditen herauskamt (ihr), mit Schwertern und Holz(-Knüppeln), gemeinsam-zu-nehmen mich?

49 καθ’ ἡμέραν ἤμην πρὸς ὑμᾶς ἐν τῷ ἱερῷ διδάσκων καὶ οὐκ ἐκρατήσατέ με ἀλλ’ ἵνα πληρωθῶσιν αἱ γραφαί
49 Je(den) Tag war (ich) zu euch in dem Tempel lehrend und nicht festhieltet (ihr) mich. Jedoch, auf-dass erfüllt (werden) die Schriften ...

50 καὶ ἀφέντες αὐτὸν ἔφυγον πάντες
50 Und lassend ihn, flohen alle.

51 καὶ νεανίσκος τις συνηκολούθει αὐτῷ περιβεβλημένος σινδόνα ἐπὶ γυμνοῦ καὶ κρατοῦσιν αὐτόν
51 Und (ein) Jüngling, jemand, gemeinsam-folgte ihm, umgeworfen (habend ein) Sindon-Leinen auf nacktem, und (sie) festhielten ihn.

52 ὁ δὲ καταλιπὼν τὴν σινδόνα γυμνὸς ἔφυγεν
52 Der aber, zurück(-lassend) das Sindon-Leinen, nackt floh.



53 καὶ ἀπήγαγον τὸν Ἰησοῦν πρὸς τὸν ἀρχιερέα καὶ συνέρχονται πάντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ γραμματεῖς
53 Und wegführten (sie) den Jesus zu dem Tempelvorsteher und zusammenkommen alle die Tempelvorsteher und die Ältesten und die Schriftgelehrten.

54 καὶ ὁ Πέτρος ἀπὸ μακρόθεν ἠκολούθησεν αὐτῷ ἕως ἔσω εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως καὶ ἦν συγκαθήμενος μετὰ τῶν ὑπηρετῶν καὶ θερμαινόμενος πρὸς τὸ φῶς
54 Und der Petrus von weitem folgte ihm bis innerhalb in den Hof des Tempelvorstehers und (er) war zusammensitzend mit den Untergebenen und wärmend-sich zu dem (Feuer-)Schein.


55 οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ ὅλον τὸ συνέδριον ἐζήτουν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ μαρτυρίαν εἰς τὸ θανατῶσαι αὐτόν καὶ οὐχ ηὕρισκον
55 Die, aber, Tempelvorsteher und ganz das Synhedrion suchten gegen den Jesus Zeugnis, zu dem Töten (von) ihm, und nicht (sie) fanden.

56 πολλοὶ γὰρ ἐψευδομαρτύρουν κατ’ αὐτοῦ καὶ ἴσαι αἱ μαρτυρίαι οὐκ ἦσαν
56 Viele nämlich falsch-bezeugten gegen ihn und gleich die Zeugnisse nicht waren.

57 καί τινες ἀναστάντες ἐψευδομαρτύρουν κατ’ αὐτοῦ λέγοντες
57 Und einige, aufgestanden, falsch-bezeugten gegen ihn, sagend:

58 ὅτι ἡμεῖς ἠκούσαμεν αὐτοῦ λέγοντος ὅτι ἐγὼ καταλύσω τὸν ναὸν τοῦτον τὸν χειροποίητον καὶ διὰ τριῶν ἡμερῶν ἄλλον ἀχειροποίητον οἰκοδομήσω
58 dass: Wir hörten ihn, sagend dass: ICH völlig-vernichte das Heiligtum, dieses, das handgemachte, und während dreier Tage (ein) anderes, nicht-handgemachtes (werde ich) erbauen.

59 καὶ οὐδὲ οὕτως ἴση ἦν ἡ μαρτυρία αὐτῶν
59 Und nicht-einmal derart gleich war das Zeugnis (von) ihnen.

60 καὶ ἀναστὰς ὁ ἀρχιερεὺς εἰς μέσον ἐπηρώτησεν τὸν Ἰησοῦν λέγων οὐκ ἀποκρίνῃ οὐδὲν τί οὗτοί σου καταμαρτυροῦσιν
60 Und (als) aufgestanden (war) der Tempelvorsteher in Mitte, (er) befragte den Jesus, sagend: Nicht bescheidest (du) nichts, was diese Dir herabbezeugen?

61 ὁ δὲ ἐσιώπα καὶ οὐκ ἀπεκρίνατο οὐδέν πάλιν ὁ ἀρχιερεὺς ἐπηρώτα αὐτὸν καὶ λέγει αὐτῷ σὺ εἶ ὁ χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ εὐλογητοῦ 
61 Der aber schwieg und nicht beschied (er) nichts. Wieder der Tempelvorsteher befragte ihn und sagt ihm: Du bist der Christus, der Sohn des Wohl-gelobten?

62 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν ἐγώ εἰμι καὶ ὄψεσθε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν καθήμενον τῆς δυνάμεως καὶ ἐρχόμενον μετὰ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ 
62 Der aber, Jesus, sagte: ICH bin und (ihr werdet) sehen den Sohn des Menschen zur Rechten sitzend der Kraft und kommend mit den Wolken des Himmels.

63 ὁ δὲ ἀρχιερεὺς διαρρήξας τοὺς χιτῶνας αὐτοῦ λέγει τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων
63 Der, aber, Tempelvorsteher, zerrissen (habend) die Chitone (von) ihm, sagt: Was noch Bedürftigkeit haben (wir an) Zeugen?

64 ἠκούσατε τῆς βλασφημίας τί ὑμῖν φαίνεται οἱ δὲ πάντες κατέκριναν αὐτὸν ἔνοχον εἶναι θανάτου
64 Ihr hörtet (von) der Lästerung. Was euch offenbar(-scheint)? Die aber, alle, verbeschieden ihn, innehabend (zu) sein (des) Todes.

65 καὶ ἤρξαντό τινες ἐμπτύειν αὐτῷ καὶ περικαλύπτειν αὐτοῦ τὸ πρόσωπον καὶ κολαφίζειν αὐτὸν καὶ λέγειν αὐτῷ προφήτευσον καὶ οἱ ὑπηρέται ῥαπίσμασιν αὐτὸν ἔλαβον
65 Und (es) anfingen einige, anzuspucken ihn und (zu) verhüllen ihm das Angesicht und (mit-)Fäusten-zu-(traktieren) ihn und (zu) sagen ihm: Prophezeie! Und die Untergebenen (mit) Stockhieben ihn nahmen.


66 καὶ ὄντος τοῦ Πέτρου κάτω ἐν τῇ αὐλῇ ἔρχεται μία τῶν παιδισκῶν τοῦ ἀρχιερέως
66 Und (als) seiend (ist) der Petrus unten in dem Hof, kommt eine der Mägdelein des Tempelvorstehers.

67 καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον θερμαινόμενον ἐμβλέψασα αὐτῷ λέγει καὶ σὺ μετὰ τοῦ Ναζαρηνοῦ ἦσθα τοῦ Ἰησοῦ 
67 Und gesehen (habend) den Petrus wärmend-sich, eingeblickt (habend auf) ihn, (sie) sagt: Auch du mit dem Nazarener warst, dem Jesus!

68 ὁ δὲ ἠρνήσατο λέγων οὔτε οἶδα οὔτε ἐπίσταμαι σὺ τί λέγεις καὶ ἐξῆλθεν ἔξω εἰς τὸ προαύλιον καὶ ἀλέκτωρ ἐφώνησεν
68 Der aber leugnete, sagend: Weder ersehe (ich), weder vertraut(-bin ich), was<->Du sagst. Und herauskam (er) außerhalb in den Vorhof. Und (ein) Hahn anstimmte.

69 καὶ ἡ παιδίσκη ἰδοῦσα αὐτὸν ἤρξατο πάλιν λέγειν τοῖς παρεστῶσιν ὅτι οὗτος ἐξ αὐτῶν ἐστιν
69 Und das Mägdelein, gesehen (habend) ihn, anfing, wieder (zu) sagen den Dabeistehenden dass: Dieser von ihnen ist!

70 ὁ δὲ πάλιν ἠρνεῖτο καὶ μετὰ μικρὸν πάλιν οἱ παρεστῶτες ἔλεγον τῷ Πέτρῳ ἀληθῶς ἐξ αὐτῶν εἶ καὶ γὰρ Γαλιλαῖος εἶ 
70 Der aber wieder leugnete. Und nach kleinem (Moment) wieder die Dabeistehenden sagten dem Petrus: Wahrhaftig, von ihnen bist (du)! Auch nämlich (ein) Galiläer (du) bist!

71 ὁ δὲ ἤρξατο ἀναθεματίζειν καὶ ὀμνύναι ὅτι οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον τοῦτον ὃν λέγετε
71 Der aber anfing, aufzufluchen und (zu) schwören dass: Nicht (ich) ersehe den Menschen, diesen, (von) dem (ihr) sagt.

72 καὶ εὐθὺς ἐκ δευτέρου ἀλέκτωρ ἐφώνησεν καὶ ἀνεμνήσθη ὁ Πέτρος τὸ ῥῆμα ὡς εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι δὶς τρίς με ἀπαρνήσῃ καὶ ἐπιβαλὼν ἔκλαιεν
72 Und sogleich zum Zweiten (ein) Hahn anstimmte. Und auferinnerte der Petrus den Spruch, wie gesagt (hatte) ihm der Jesus dass: Bevor Hahn anstimmt zweimal, dreimal mich (wirst du) verleugnen. Und hingeworfen (sich habend), (er) weinte.




Einführung - Kapitel  1 - 2 - 3 - 4 - 5 - 6 - 7 - 8 - 9 - 10 - 11 - 12 - 13 - 14 - 15 - 16

Keine Kommentare:

Kommentar veröffentlichen